Thymele Logo
Search

σκηνογραφία [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 4
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Η τέχνη του σχεδιασμού και της υλοποίησης του σκηνικού χώρου, του περιβάλλοντος και της ατμόσφαιρας μιας παράστασης θεάτρου, όπερας, χορού ή άλλης παραστατικής τέχνης, η οποία διαμορφώνει τη συνολική εικαστική της ταυτότητα.

Ανάπτυξη

Η σύγχρονη σκηνογραφία υπερβαίνει την απλή διακόσμηση της σκηνής, καθώς προκύπτει από την άρρηκτη σύνδεση του χώρου, της δραματουργίας και της καλλιτεχνικής έρευνας. Αποτελεί μια εικαστική σύνθεση που ενσωματώνει το σκηνοθετικό όραμα, τη δράση των ηθοποιών και την παρουσία των θεατών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας πρωτότυπης δημιουργίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο/η σκηνογράφος δεν εικονογραφεί απλώς το κείμενο, αλλά δημιουργεί ένα αυτοδύναμο εικαστικό σύμπαν.


Ο όρος σκηνογραφία απαντά για πρώτη φορά στην Ποιητική του Αριστοτέλη (4ος αι. π.Χ.), ο οποίος αποδίδει την εισαγωγή της στον Σοφοκλή, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενό της. Οι γραπτές πηγές υποδεικνύουν ότι η αρχαία σκηνογραφία αναδείχθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. ως ιδιαίτερος κλάδος της μνημειακής ζωγραφικής, με σκοπό την απόδοση αρχιτεκτονημάτων που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του βάθους. Ως ευρετής της προοπτικής σκηνογραφίας αναφέρεται από τον Βιτρούβιο ο Αγάθαρχος ο Σάμιος, ο οποίος κατασκεύασε σκηνικά για παράσταση έργου του Αισχύλου (πιθανώς της Ορέστειας), κατά μία ερμηνεία αναδιδασκαλία μετά τον θάνατο του ποιητή. Στην τραγωδία η σκηνογραφία απέδιδε συνήθως ένα ανάκτορο ή έναν ναό, ενώ στην κωμωδία δύο ή τρία σπίτια. Για το σατυρικό δράμα ήταν απαραίτητη η αναπαράσταση βραχώδους τοπίου ή σπηλαίου, η οποία από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. εξελίχθηκε σε τρισδιάστατη τοπιογραφία.


Στη νεότερη εποχή, οι ιστορικές καταβολές της σκηνογραφίας συνδέονται με την κυριαρχία του περίτεχνου ζωγραφικού σκηνικού και με τον οργανωμένο προοπτικό σχεδιασμό στα κλειστά θέατρα της Αναγέννησης και του μπαρόκ που διέθεταν πολύπλοκο μηχανικό εξοπλισμό για την αλλαγή των σκηνικών. Ωστόσο, υπήρξαν σε διάφορες ιστορικές περιόδους θεατρικά είδη, όπως το μεσαιωνικό θρησκευτικό θέατρο και το ελισαβετιανό θέατρο, που δεν ακολοθούσαν το πρότυπο της προοπτικής απεικόνισης, προκρίνοντας διαφορετικές χωρικές διατάξεις.


Κατά τον 19ο αιώνα η ζωγραφική σκηνογραφία γνώρισε την ακμή της με τον ρομαντισμό και τον ιστορισμό της γκραντ-οπερά, όπως στα σκηνικά του Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί] για την Όπερα του Παρισιού, και στα τέλη του αιώνα δέχθηκε την επίδραση του νατουραλισμού. Στις αρχές του 20ού αιώνα αμφισβητήθηκε η πρωτοκαθεδρία της ιταλικής σκηνής και της αψίδας του προσκηνίου (μπούκας), με προτεραιότητα στο τρισδιάστατο πλαστικό σκηνικό, την αφαίρεση και την επαναθεατροποίηση του χώρου.


Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι πρωτοπόροι Adolphe Appia [Αντόλφ Αππιά] και [Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ] θεμελίωσαν την αφαιρετική τάση της μοντέρνας σκηνογραφίας, όπου η αρχιτεκτονική και εικαστική οργάνωση της σκηνής άπέκτησαν συμβολιστικές και μεταφορικές προεκτάσεις, ενώ τόσο το σώμα του ηθοποιού όσο και ο φωτισμός αναδείχθηκαν σε βασικούς συντελεστές του σκηνικού θεάματος. Σημαντικοί σταθμοί της μοντέρνας σκηνογραφίας υπήρξαν επίσης ο ρωσικός κονστρουκτιβισμός, με τις κινητικές κατασκευές της Λιουμπόφ Ποπόβα [Liubov Popova] για τον Μέγιερχολντ, ο εξπρεσιονισμός και οι πειραματικές παραστάσεις της σχολής του Μπάουχαους, κινήματα που πρότειναν μια αντιρεαλιστική αισθητική απόδοση και αυτόνομη οργάνωση της σκηνής. Παράλληλα, τα Ρωσικά Μπαλέτα του Σεργκέι Ντιαγκίλεφ [Sergei Diaghilev] συνεργάστηκαν με ζωγράφους της πρωτοπορίας, από τον Λεόν Μπακστ [Léon Bakst] έως τον Pablo Picasso [Πάμπλο Πικάσσο], καθιερώνοντας το σκηνικό ως αυτόνομο εικαστικό έργο.


Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η σκηνογραφία εμπλουτίστηκε από την κινητική και τεχνολογική προσέγγιση του Josef Svoboda [Γιόζεφ Σβόμποντα]. Παράλληλα οιJerzy Gurawski [Γιέζυ Γκουράφσκι] και Jerzy Grotowski [Γιέζυ Γκροτόφσκι] πειραματίστηκαν με νέες χωροθετήσεις, ενώ ο Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ] ανέπτυξε την έννοια του άδειου χώρου. Η μεταμοντέρνα οπτική εκπροσωπήθηκε χαρακτηριστικά στο έργο του Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον]. Στην ίδια περίοδο η Anna Viebrock [Άννα Φήμπροκ] διαμόρφωσε με τον Christoph Marthaler [Κρίστοφ Μάρταλερ] μια σκηνογραφία της καθημερινής φθοράς, ενώ η Es Devlin [Ες Ντέβλιν] μετέφερε τη σκηνογραφική σκέψη από την όπερα στο μαζικό θέαμα και στην εγκατάσταση.


Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, υπό την επίδραση της επιτελεστικής και της χωρικής στροφής, αναπτύχθηκαν μορφές όπως η περιβαλλοντική σκηνογραφία και οι τοποσυναφείς [site-specific] παραστάσεις. Η σύγχρονη σκηνογραφία λειτουργεί ως μια πολυαισθητηριακή χωρο-οπτική δραματουργία που εμπλέκει ενεργά τον θεατή/την θεάτρια, ενώ πολλές σκηνικές παραγωγές εκκινούν από το εικαστικό πλαίσιο [design-led productions], εξερευνώντας τις σχέσεις σωμάτων, αντικειμένων και αισθήσεων στον χώρο.


Σήμερα, το πεδίο ορίζεται από νέους όρους όπως: διευρυμένη σκηνογραφία [expanded scenography], παραστασιακός σχεδιασμός [performance design] και οικολογική σκηνογραφία. Η έρευνα εστιάζει στην ενεργό δράση [agency] των υλικών και στην ενσωμάτωση νέων ψηφιακών μέσων. Οι σκηνογραφικές πρακτικές επεκτείνονται πλέον και σε άτυπα περιβάλλοντα εκτός των θεσμικών θεατρικών πλαισίων, αναδεικνύοντας τη χωρική εμπειρία ως κεντρικό στοιχείο της επιτέλεσης.


Στην Ελλάδα, η σκηνογραφία ξεκίνησε ως τεχνική παράμετρος της παράστασης, που εξυπηρετούνταν με δανεικά ή επαναχρησιμοποιούμενα στοιχεία, και εξελίχθηκε σε τέχνη υψηλών απαιτήσεων, οπότε και αναδείχθηκε η ταυτότητα του/της επαγγελματία σκηνογράφου. Στον Μεσοπόλεμο ο Πάνος Αραβαντινός διέπρεψε στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου, ενώ η ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου (1932) εξασφάλισε στους Κλεόβουλο Κλώνη και Αντώνη Φωκά σταθερό πλαίσιο εργασίας, από το οποίο προέκυψε η πρώτη συστηματική σκηνογραφική και ενδυματολογική παράδοση της χώρας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραστάσεις του Ελληνικού Χοροδράματος και η ίδρυση του Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος στην Επίδαυρο δημιούργησαν νέα δεδομένα. Οι Έλληνες σκηνογράφοι κλήθηκαν να δημιουργήσουν μια αισθητική στενά συνδεδεμένη με τον υπαίθριο χώρο και τα αρχαία μνημεία. Οι παραγωγές στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου επέτρεψαν στους δημιουργούς να αναμετρηθούν με τις ανάγκες της μεγάλης κλίμακας, συμβάλλοντας στη συστηματική αναβίωση της τραγωδίας και της κωμωδίας.


Πέρα από την ενασχόληση με το αρχαίο ελληνικό δράμα, η ελληνική σκηνογραφία αναπτύχθηκε μέσα από τη συνομιλία με το αστικό δράμα και τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες. Δημιουργοί όπως ο Γιάννης Τσαρούχης [Yannis Tsarouchis] και ο Νίκος Εγγονόπουλος [Nikos Engonopoulos] επαναπροσδιόρισαν το σκηνικό περιβάλλον, εντάσσοντας στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, του νεοκλασσικισμού και του σουρεαλισμού. Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική για την εγκατάλειψη της απλής εικονογράφησης και τη στροφή προς μια σκηνογραφία που λειτουργεί ως αυτόνομη εικαστική κατάθεση. Παράλληλα, ο Σπύρος Βασιλείου [Spyros Vassiliou] και ο Γιώργος Βακαλό [Giorgos Vakalo] εισήγαγαν νέες αντιλήψεις για τη χρήση του χρώματος και της αφαίρεσης, υπηρετώντας τόσο τις κρατικές σκηνές όσο και το ελεύθερο θέατρο. Η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης από τον Κάρολο Κουν το 1942 προσέφερε ένα εργαστήριο πειραματισμού όπου η σκηνογραφία συνδέθηκε οργανικά με τη σκηνοθετική μέθοδο. Ο Διονύσης Φωτόπουλος [Dionysis Fotopoulos] αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία της μεταπολεμικής περιόδου, εισάγοντας τη χρήση ακατέργαστων υλικών, υφών και τρισδιάστατων όγκων που κατέλυσαν τη ζωγραφική παράδοση του σκηνικού βάθους. Η προσέγγισή του έδωσε έμφαση στη σωματικότητα και στην υλική υπόσταση της σκηνής, επηρεάζοντας καθοριστικά τη φυσιογνωμία των παραστάσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σημαντικό έργο παρουσίασαν επίσης ο Γιώργος Πάτσας [Giorgos Patsas] και ο Δαμιανός Ζαρίφης [Damianos Zarifis], οι οποίοι προώθησαν μια πιο αρχιτεκτονική και λειτουργική αντίληψη του χώρου, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της σύγχρονης δραματουργίας.


Στη σύγχρονη εποχή, η ελληνική σκηνογραφία εναρμονίζεται με τις διεθνείς τάσεις της επιτελεστικής στροφής και της διευρυμένης σκηνογραφίας. Η εστίαση μετατοπίζεται από το στατικό σκηνικό στη δημιουργία δυναμικών περιβαλλόντων όπου το φως, ο ήχος και η κίνηση συνδιαμορφώνουν την εμπειρία. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou] αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθεσης, καθώς στο έργο του ο σκηνικός χώρος μετατρέπεται σε ζωντανό εικαστικό συμβάν που εξελίσσεται μαζί με την κίνηση των επιτελεστών. Νεότεροι δημιουργοί εξερευνούν τη χρήση ψηφιακών μέσων και τις νέες χωρικές δυνατότητες που αυτά προσφέρουν, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική σκηνογραφία παραμένει ένα πεδίο διαρκούς καλλιτεχνικής έρευνας που υπερβαίνει τα όρια της παράδοσης.

Αγγλικά
scenography; performance design; scenic design; set design; stage design
Γαλλικά
scénographie, la
Γερμανικά
Szenografie, die; Szenographie, die; Bühnenbild, das
Ιταλικά
scenografia, la

Σχετικοί όροι

άδειος χώρος, βοηθός σκηνογράφου, εικονική σκηνογραφία, ψηφιακή σκηνογραφία, σχεδιασμός φωτισμού, σκηνικά παραπετάσματα, σκηνικό αντικείμενο

Μη προτεινόμενοι όροι

ντηζάιν, ντεκόρ

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Την τελευταία δεκαπενταετία έχουν πυκνώσει οι αναφορές για τον μετασχηματισμό της σκηνογραφίας σε ένα διευρυμένο πεδίο θεωρίας και πρακτικής. Βαδίζοντας παράλληλα με τις εξελίξεις στη σύγχρονη τέχνη και το πεδίο των Παραστατικών Τεχνών, η σκηνογραφία έχει μετατοπιστεί τόσο ως πρακτική όσο και ως προς το εννοιολογικό και ιδεολογικό της πλαίσιο. Απομακρυνόμενη από τις ιστορικές καταβολές της, ακόμα και από την παράδοση των πρωτοποριών του μοντερνισμού, η σκηνογραφία μετατράπηκε σε μια δυναμική και “κιναισθητική συνεισφορά” με επιτελεστικό δυναμικό, το οποίο επηρεάζει ολόκληρη την εμπειρία της παράστασης, καθώς θεωρείται πλέον "αναπόσπαστο συστατικό της επιτελεστικής πράξης ή και αυτονομημένος επιτελεστικός τρόπος"».

Η Μαρία Κονομή περιγράφει τη μετατόπιση της σκηνογραφίας από τον σχεδιασμό του σκηνικού προς ένα διευρυμένο επιτελεστικό πεδίο. Η σκηνογραφία ορίζεται ως δυναμική, κιναισθητική συνεισφορά που διαμορφώνει τη συνολική εμπειρία της παράστασης και μπορεί να λειτουργεί ως αυτοτελής επιτελεστικός τρόπος. Το απόσπασμα στηρίζει άμεσα την τελευταία ενότητα της ανάπτυξης, όπου αναφέρονται η διευρυμένη σκηνογραφία και ο σχεδιασμός παράστασης/επιτέλεσης.

Κονομή, Μ. (2023). Χαρτογραφώντας τη σύγχρονη σκηνογραφία στο διευρυμένο πεδίο: Θεωρητικό πλαίσιο και νέες κατευθύνσεις. Στο Ε. Προύσαλη (Επιμ.), Θέατρο και παραστατικές τέχνες στον 21ο αιώνα: Η αγωνία και ο αγώνας του επαναπροσδιορισμού. Πρακτικά 1ου συνεδρίου Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών (σσ. 205–212). Αθήνα: Ευρασία. Βλ. σ. 205.

Quote Icon

"The importance of Josef Svoboda in the history of world scenography is crucial. His work markedly influenced the development of scenography and anticipated the inception of the rapidly expanding field of lighting design. He used advanced technologies, physics and chemistry in his designs. His lighting innovations led to a shift in the perception of light on stage internationally. Many of the productions he collaborated on transcended traditional theatre and foreshadowed contemporary multimedia artistic forms. It was above all Svoboda who promoted the term scenographer to refer to the equal and irreplaceable co-creator of a theatre production. He contributed to the cultivation of this field by supporting projects such as Prague Quadrennial (the world's greatest competition in scenography, theatre architecture and technologies, established in Prague in 1967) and OISTAT (an international organization of scenographers, theatre architects and technicians, established in Prague, 1968)."


«Η σημασία του Josef Svoboda στην ιστορία της παγκόσμιας σκηνογραφίας είναι καθοριστική. Το έργο του επηρέασε σημαντικά την ανάπτυξη της σκηνογραφίας και προετοίμασε την έναρξη του ταχέως αναπτυσσόμενου τομέα του σχεδιασμού φωτισμών. Στα σχέδιά του χρησιμοποίησε προηγμένες τεχνολογίες, στοιχεία φυσικής και χημείας. Οι καινοτομίες του στον φωτισμό μετέβαλαν την αντίληψη του φωτός στη σκηνή διεθνώς. Πολλές από τις παραγωγές στις οποίες συνεργάστηκε υπερέβαιναν το παραδοσιακό θέατρο και προανήγγελλαν σύγχρονες καλλιτεχνικές πολυμεσικές μορφές.Ο Svoboda ήταν αυτός που κατ' εξοχήν προώθησε τον όρο σκηνογράφος [scenographer] για να αναφερθεί στον ισότιμο και αναντικατάστατο συνδημιουργό μιας θεατρικής παραγωγής. Συνέβαλε στην καλλιέργεια αυτού του τομέα υποστηρίζοντας διοργανώσεις όπως η Prague Quadrennial (η μεγαλύτερη διεθνής διαγωνιστική διοργάνωση σκηνογραφίας, θεατρικής αρχιτεκτονικής και τεχνολογίας στον κόσμο, που ιδρύθηκε στην Πράγα το 1967) και ο OISTAT (ο διεθνής οργανισμός σκηνογράφων, θεατρικών αρχιτεκτόνων και τεχνικών του θέατρου, που ιδρύθηκε στην Πράγα το 1968).»

Το επίσημο αγγλόφωνο κείμενο του Josef Svoboda [Γιόζεφ Σβόμποντα] αναδεικνύει τη συμβολή του στην τεχνολογική και φωτιστική ανανέωση της σκηνογραφίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αντίληψή του για τον/τη σκηνογράφο ως ισότιμο συνδημιουργό της παράστασης, θέση που υπερβαίνει την παλαιότερη αντίληψη της σκηνογραφίας ως διακοσμητικής υποστήριξης του έργου. Το παράθεμα συνδέεται με την ανάπτυξη για τον τεχνολογικό σχεδιασμό, τον φωτισμό και τη σύγχρονη διεύρυνση του πεδίου.

Quote Icon

«Ἡ σκηνογραφία εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ κι ὁρισμένα στοιχεῖα τοῦ θεάτρου, ἕνας παράγων βέβαια, ἀλλὰ εἶναι μᾶλλον δευτερεύουσας σημασίας. Τὸ θέατρο εἶναι ἕνα εἶδος ἐντευκτηρίου τῶν τεχνῶν, κάτι τὸ "συγκεντρωμένο" ὅπου δὲν μποροῦμε νὰ πολλαπλασιάσουμε τὴ σημασία ἢ τὴν ἀξία ἑνὸς ὁποιουδήποτε στοιχείου ἀπ' αὐτὰ ποὺ τὸ συναποτελοῦν, εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Ἄλλωστε, μὴν ξεχνᾶτε, ὅτι ἡ σκηνογραφία, τὸ ντεκόρ, δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν γίνεται, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐπιδειχθεῖ αὐτὸ καθ' αὑτό, ἀλλὰ ὑφίσταται χάρη σὲ μιὰν ἐπιβεβλημένη, στενώτατη, σχέση μεταξὺ τοῦ ἠθοποιοῦ καὶ τῶν ἄλλων παραγόντων τῆς σκηνῆς. Ὁ θεατὴς ἑπομένως, μόλις ἀνοίγει ἡ αυλαία, πρέπει νὰ ξεχνᾶ ὅτι ὑφίσταται ἐνώπιόν του σκηνογραφία αὐθύπαρκτη, ἀνεξάρτητη καὶ αὐτόνομη. Πρέπει νὰ μὴν τὸν ἀπασχολεῖ, γιατὶ ἀλλοιώτικα, ξεχνᾶ τὸν ἠθοποιό, δὲν βλέπει δηλαδὴ θέατρο. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ σκηνογραφία εἶναι, ὅπως εἶπα, ἕνας παράγων ἀπαραίτητος, βέβαια, γιὰ μιὰ σωστὴ καὶ πλήρη ἑρμηνεία τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ποὺ πρέπει νὰ ὑπάρχει κατὰ ἕνα τρόπο λανθάνοντα. Ὅταν τὸ σκηνικὸ εἶναι αὐτοτελές, μᾶς διαχωρίζει ἀπὸ τὸ κείμενο ποὺ εἶναι κυρίως τὸ θέατρο- κι αὐτὸ συμβαίνει ὅταν τὸ σκηνικὸ εἶναι "ὄμορφο". Κάθε τι ἑπομένως ποὺ μπορεῖ νὰ χαραχτηρισθεῖ ὡς ἀπαραίτητο γιὰ τὸ παίξιμο, ὀφείλει νὰ πάρει μιὰ δραματικὴ ἀξία καὶ νὰ δικαιωθεῖ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀκόμη κι ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα ποὺ τοποθετήθηκαν στὴ σκηνὴ ἀπὸ καθαρὴ αἰσθητική, δὲν εἶναι ὅμως ἀναγκαῖα, δὲν ἔχουν δηλαδή, μιὰν ἄμεση ἢ ἔμμεση σχέση μὲ τὸ κείμενο καὶ μὲ τὸν ἠθοποιό, ἀποβαίνουν ἄχρηστα καὶ βαρειά. Ἡ σκηνογραφία, μὲ δυὸ λόγια, δὲν πρέπει νὰ ἀπομονώνει τὸ θεατή, ἀντίθετα ὁλωσδιόλου, ὀφείλει ν' ἀποκαθιστᾶ, ὅσο μπορεῖ καλύτερα καὶ ἀμεσώτερα, μιὰν ἐπικοινωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἀτμόσφαιρας ὅπου μέσα ἐκτυλίσσεται τὸ ὁποιοδήποτε ἔργο.»

Ο Γιώργος Βακαλό ορίζει τη σκηνογραφία ως αναγκαίο στοιχείο της παράστασης, του οποίου η λειτουργία εξαρτάται από τη στενή σχέση με τον/την ηθοποιό, το κείμενο και τη σκηνική δράση. Απορρίπτει την αυτοτελή επίδειξη του σκηνικού και προκρίνει μια σκηνογραφία που υποστηρίζει διακριτικά την επικοινωνία του θεατή / της θεάτριας με το έργο. Το κείμενο αποτυπώνει μια λειτουργική αντίληψη του σκηνικού χώρου, η οποία προαναγγέλλει μεταγενέστερες συζητήσεις για τη δραματουργική αξία των αντικειμένων και του περιβάλλοντος της σκηνής.

Ζιώγας, Η (1939, 15 Ιουλίου). Δυὸ ὧρες μὲ τὸν Γ. Βακαλό. Νεοελληνικὰ Γράμματα, 137, 9 & 15.

Quote Icon

«Η πρώτη μεταπολεμική περίοδος μεταφέρει τη συζήτηση για το ποια πρέπει -ή μπορεί- να είναι η νεοελληνική σκηνογραφία εκεί που για τα μέλη της γενιάς του '30 είναι ο φυσικός της χώρος: στο ύπαιθρο. Οι παραστάσεις του Ελληνικού Χοροδράματος από τη μία, όπου και τελικά υλοποιείται το όραμα για μια εθνική θεατρική αισθητική, και οι παραστάσεις αρχαίου δράματος, κυρίως στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, σε στάδια αλλά και σε άλλους υπαίθριους χώρους, οι παραστάσεις Φυσικού Θεάτρου της Περιηγητικής Λέσχης, τα Κηποθέατρα των Αθηνών, του Μάνου Κατράκη και του Νίκου Χατζίσκου, μετατοπίζουν τις αναζητήσεις της νεοελληνικής σκηνογραφίας στον ανοιχτό χώρο. Από την άλλη, η λειτουργία του Υπόγειου θεάτρου της Στοάς Πεσματζόγλου, του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, όπου η σκηνογραφική γλώσσα ανοίγεται στο χώρο, έξω από τη συνηθισμένη ιταλογενή σκηνή-κουτί, απελευθερώνει τους παλιούς και τους νέους σκηνογράφους από παλιές συγκρούσεις και προβληματισμούς. Η λειτουργία της Σχολής Βακαλό δημιουργεί επιπλέον έναν οργανωμένο χώρο μαθητείας για τους νέους δημιουργούς χωρίς προηγούμενο. Οι καινούργιοι, μικροί και συχνά δύσκολοι κλειστοί θεατρικοί χώροι -παλιά συνεργεία, αποθήκες και νεοκλασικά που μετατρέπονται σε θέατρα και που πολλαπλασιάζονται σταδιακά από το 1974, για να γίνουν ο κανόνας μετά το 1991, έτος ίδρυσης του Θεάτρου Αμόρε- θα γίνουν πεδία διαρκούς πειραματισμού δικαιώνοντας συχνά-πυκνά τα μέλη της γενιάς του '30 που θεωρούσαν πιο εφικτή τη σκηνογραφική λειτουργικότητα με τα ελάχιστα δυνατά μέσα.

Οι μεγάλες παραγωγές, στο πεδίο του δράματος, είναι μονάχα οι φεστιβαλικές, γιατί το κόστος τους επιδοτείται. [...] Οι σκηνογραφίες της Επιδαύρου αναμένονται από κοινό και κριτικούς, συνιστούν αντικείμενο συζήτησης και ενίοτε πολεμικής, ιδιαίτερα αν συγκρούονται με την άτυπη εθνική νόρμα που αποβάλλει ο,τιδήποτε μπορεί να ξεφεύγει από μια όψη που εικονογραφεί στερεότυπες αντιλήψεις για του τι μπορεί να είναι αρχαίο και το τι πρέπει να παρουσιάζεται εντός ενός αρχαιολογικού χώρου που συχνά αναφέρεται ως ιερός.[...]»

Η Ίλια Λακίδου εξετάζει τη μεταπολεμική ανάπτυξη της νεοελληνικής σκηνογραφίας μέσα από τη στροφή προς τον υπαίθριο χώρο, τις παραστάσεις αρχαίου δράματος και τη λειτουργία νέων θεατρικών χώρων. Η σκηνογραφία συνδέεται με την αναζήτηση μιας εθνικής αισθητικής, με τις απαιτήσεις της Επιδαύρου και του Ηρωδείου, καθώς και με τις μεταγενέστερες μικρές σκηνές που ευνόησαν τον πειραματισμό και την οικονομία των μέσων. Το παράθεμα τεκμηριώνει την ελληνική ενότητα της ανάπτυξης, ιδίως ως προς το Ελληνικό Χορόδραμα, το Θέατρο Τέχνης και την αναδιαμόρφωση της σχέσης σκηνικού χώρου και αρχαίου δράματος.

Λακίδου, Ι. (2014). Η σκηνογραφία του νεοελληνικού θεάτρου. Στο Α.Surges, Σταθμοί της σκηνογραφίας του δυτικού θεάτρου (σσ. 237-306). Αιγόκερως, σ. 293-294.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η σκηνογράφος Mimi Lien [Μίμι Λίεν]και ο σκηνογράφοςBeowulf Boritt [Μπέογουλφ Μπόριτ] παρουσιάζουν τη

Σύντομη ταινία του National Theatre [Εθνικού Θεάτρου] του Λονδίνου για τη δημιουργία του Έλσινορ στην…

Το Victoria and Albert Museum [Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου] ανακατασκευάζει ένα μηχανικό θέατρο του 18ου…

Ανακατασκευή ζωγραφικού σκηνικού του Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί] στην Opéra Royal de Versailles [Βασιλική Όπερα…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Σχέδιο σκηνικού του Giacomo Torelli [Τζάκομο Τορέλλι] για τη Venere gelosa [Η ζηλότυπη Αφροδίτη

Στιγμιότυπο από την παραγωγή Le Cocu magnifique [Ο υπέροχος κερατάς] του Fernand Crommelynck…

Στιγμιότυπο από το Einstein on the Beach [Ο Αϊνστάιν στην παραλία], όπερα σε…

Σκηνικό περιβάλλον για το Die Zauberflöte [Ο μαγικός αυλός] του Wolfgang Amadeus Mozart…

βασική

Howard, P. (2006). Τι είναι σκηνογραφία; (Ε. Κιρκινέ, Μετ., Ι. Μανωλεδάκη, Επιμ.). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Surgers, A. (2014). Σταθμοί της σκηνογραφίας του δυτικού θεάτρου (Ί. Λακίδου, Εισ., Μετ. & Επιμ.). Αθήνα: Αιγόκερως.

Κονομή, Μ. (2021). Μοντέρνα και σύγχρονη σκηνογραφία: Ορόσημα και εξελίξεις. Μια σύντομη επισκόπηση. Αθήνα: Κάπα Εκδοτική.

Κονομή, Μ. (2023). Χαρτογραφώντας τη σύγχρονη σκηνογραφία στο διευρυμένο πεδίο: Θεωρητικό πλαίσιο και νέες κατευθύνσεις. Στο Ε. Προύσαλη (Επιμ.), Θέατρο και παραστατικές τέχνες στον 21ο αιώνα: Η αγωνία και ο αγώνας του επαναπροσδιορισμού. Πρακτικά 1ου συνεδρίου Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών (σσ. 205–212). Αθήνα: Ευρασία.

Κοντογιώργη, Α. (2000). Η σκηνογραφία του ελληνικού θεάτρου 1930–1960. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Κωνσταντινάκου, Π. (2013). Η σκηνογραφία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου [Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης]. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Λακίδου, Ί. (2014). Η σκηνογραφία του νεοελληνικού θεάτρου. Στο A. Surgers, Σταθμοί της σκηνογραφίας του δυτικού θεάτρου (Ί. Λακίδου, Εισ., Μετ. & Επιμ., σσ. 237–314). Αθήνα: Αιγόκερως.

Μικεδάκη, Μ. (2005). Αρχαία σκηνογραφία και σκηνογράφοι. Παράβασις, 6, 123–132.

Μικεδάκη, Μ. (2023). Τα σκηνικά του θεάτρου της ελληνιστικής εποχής. Αθήνα: Καρδαμίτσα.

συμπληρωματική

Aronson, A. (Επιμ.). (2018). The Routledge companion to scenography. London: Routledge.

Aronson, A. (2024). Fifty key theatre designers. London & New York: Routledge.

Brockett, O. G., Mitchell, M. A., & Hardberger, L. (2010). Making the scene: A history of stage design and technology in Europe and the United States. Austin, TX: University of Texas Press.

Collins, J., & Nisbet, A. (Επιμ.). (2010). Theatre and performance design: A reader in scenography. London & New York: Routledge.

Di Benedetto, S. (2012). An introduction to theatre design. London & New York: Routledge.

McKinney, J., & Butterworth, P. (2009). The Cambridge introduction to scenography. Cambridge: Cambridge University Press.

McKinney, J., & Palmer, S. (Επιμ.). (2017). Scenography expanded: An introduction to contemporary performance design. London: Methuen Drama.

O’Dwyer, N. (2021). Digital scenography: 30 years of experimentation and innovation in performance and interactive media. London: Methuen Drama.

Wiens, B. E. (Επιμ.). (2021). Contemporary scenography: Practices and aesthetics in German theatre, arts and design. London: Methuen Drama.

Βακαλό, Γ. (2005). Σύντομη ιστορία σκηνογραφίας. Αθήνα: Κέδρος.

Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. (1999). Σκηνογραφία. Στο Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (τ. 28: Θέατρο, Κινηματογράφος, Μουσική, Χορός, σσ. 364–372). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. σκηνογραφία. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνογραφία

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «σκηνογραφία». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνογραφία.

MLA

«σκηνογραφία». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκηνογραφία.

1326