Η σύγχρονη σκηνογραφία υπερβαίνει την απλή διακόσμηση της σκηνής, καθώς προκύπτει από την άρρηκτη σύνδεση του χώρου, της δραματουργίας και της καλλιτεχνικής έρευνας. Αποτελεί μια εικαστική σύνθεση που ενσωματώνει το σκηνοθετικό όραμα, τη δράση των ηθοποιών και την παρουσία των θεατών, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας πρωτότυπης δημιουργίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο/η σκηνογράφος δεν εικονογραφεί απλώς το κείμενο, αλλά δημιουργεί ένα αυτοδύναμο εικαστικό σύμπαν.
Ο όρος σκηνογραφία απαντά για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα π.Χ. στην Ποιητική του Αριστοτέλη χωρίς, όμως, να δηλώνεται η ακριβής σημασία του. Οι γραπτές πηγές υποδεικνύουν ότι η αρχαία σκηνογραφία αναδείχθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. ως ιδιαίτερος κλάδος της μνημειακής ζωγραφικής, με σκοπό την απόδοση αρχιτεκτονημάτων που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του βάθους. Ευρετής της σκηνογραφίας θεωρείται ο Αγάθαρχος ο Σάμιος, ο οποίος κατασκεύασε σκηνικά με προοπτική απεικόνιση για την αναδιδασκαλία ενός έργου του Αισχύλου (πιθανώς της Ορέστειας) μετά τον θάνατο του ποιητή. Στην τραγωδία η σκηνογραφία απέδιδε συνήθως ένα ανάκτορο ή έναν ναό, ενώ στην κωμωδία δύο ή τρία σπίτια. Για το σατυρικό δράμα ήταν απαραίτητη η αναπαράσταση βραχώδους τοπίου ή σπηλαίου, η οποία από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. εξελίχθηκε σε τρισδιάστατη τοπιογραφία.
Στη νεότερη εποχή, οι ιστορικές καταβολές της σκηνογραφίας συνδέονται με την κυριαρχία του περίτεχνου ζωγραφικού σκηνικού και με τον οργανωμένο προοπτικό σχεδιασμό στα κλειστά θέατρα της Αναγέννησης και του μπαρόκ που διέθεταν πολύπλοκο μηχανικό εξοπλισμό για την αλλαγή των σκηνικών. Ωστόσο, υπήρξαν σε διάφορες ιστορικές περιόδους θεατρικά είδη, όπως το μεσαιωνικό θρησκευτικό θέατρο και το ελισαβετιανό θέατρο, που δεν ακολοθούσαν το πρότυπο της προοπτικής απεικόνισης, προκρίνοντας διαφορετικές χωρικές διατάξεις.
Κατά τον 19ο και 20ό αιώνα, η σκηνογραφία δέχθηκε την επίδραση του νατουραλισμού, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητήθηκε η πρωτοκαθεδρία της ιταλικής σκηνής και της αψίδας του προσκηνίου (μπούκας). Δόθηκε προτεραιότητα στο τρισδιάστατο πλαστικό σκηνικό, την αφαίρεση και την επαναθεατροποίηση του χώρου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι πρωτοπόροι Αντόλφ Αππιά [Adolphe Appia] και Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ [Edward Gordon Craig] θεμελίωσαν την αφαιρετική τάση της μοντέρνας σκηνογραφίας, όπου η αρχιτεκτονική και εικαστική οργάνωση της σκηνής άπέκτησαν συμβολιστικές και μεταφορικές προεκτάσεις, ενώ τόσο το σώμα του ηθοποιού όσο και ο φωτισμός αναδείχθηκαν σε βασικούς συντελεστές του σκηνικού θεάματος. Σημαντικοί σταθμοί της μοντέρνας σκηνογραφίας υπήρξαν επίσης ο ρωσικός κονστρουκτιβισμός ο εξπρεσιονισμός και οι πειραματικές παραστάσεις της σχολής του Μπάουχαους, κινήματα που πρότειναν μια αντιρεαλιστική αισθητική απόδοση και αυτόνομη οργάνωση της σκηνής.
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η σκηνογραφία εμπλουτίστηκε από την κινητική και τεχνολογική προσέγγιση του Γιόζεφ Σβόμποντα [[[#Josef Svoboda]#]]. Παράλληλα οι Γιέζυ Γκουράφσκι [Jerzy Gurawski] και Γιέζυ Γκροτόφσκι [Jerzy Grotowski] πειραματίστηκαν με νέες χωροθετήσεις, ενώ ο Πήτερ Μπρουκ [Peter Brook] ανέπτυξε την έννοια του άδειου χώρου. Η μεταμοντέρνα οπτική εκπροσωπήθηκε χαρακτηριστικά στο έργο του Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον].
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, υπό την επίδραση της επιτελεστικής και της χωρικής στροφής, αναπτύχθηκαν μορφές όπως η περιβαλλοντική σκηνογραφία και οι τοποσυναφείς [site-specific] παραστάσεις. Η σύγχρονη σκηνογραφία λειτουργεί ως μια πολυαισθητηριακή χωρο-οπτική δραματουργία που εμπλέκει ενεργά τον θεατή/την θεάτρια, ενώ πολλές σκηνικές παραγωγές εκκινούν από το εικαστικό πλαίσιο [design-led productions], εξερευνώντας τις σχέσεις σωμάτων, αντικειμένων και αισθήσεων στον χώρο.
Σήμερα, το πεδίο ορίζεται από νέους όρους όπως: διευρυμένη σκηνογραφία [expanded scenography], παραστασιακός σχεδιασμός [performance design] και οικολογική σκηνογραφία. Η έρευνα εστιάζει στην ενεργό δράση [agency] των υλικών και στην ενσωμάτωση νέων ψηφιακών μέσων. Οι σκηνογραφικές πρακτικές επεκτείνονται πλέον και σε άτυπα περιβάλλοντα εκτός των θεσμικών θεατρικών πλαισίων, αναδεικνύοντας τη χωρική εμπειρία ως κεντρικό στοιχείο της επιτέλεσης.
Στην Ελλάδα, η σκηνογραφία ξεκίνησε ως τεχνική παράμετρος της παράστασης, που εξυπηρετούνταν με δανεικά ή επαναχρησιμοποιούμενα στοιχεία, και εξελίχθηκε σε τέχνη υψηλών απαιτήσεων, οπότε και αναδείχθηκε η ταυτότητα του/της επαγγελματία σκηνογράφου. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραστάσεις του Ελληνικού Χοροδράματος και η ίδρυση του Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος στην Επίδαυρο δημιούργησαν νέα δεδομένα. Οι Έλληνες σκηνογράφοι κλήθηκαν να δημιουργήσουν μια αισθητική στενά συνδεδεμένη με τον υπαίθριο χώρο και τα αρχαία μνημεία. Οι παραγωγές στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου επέτρεψαν στους δημιουργούς να αναμετρηθούν με τις ανάγκες της μεγάλης κλίμακας, συμβάλλοντας στη συστηματική αναβίωση της τραγωδίας και της κωμωδίας.
Πέρα από την ενασχόληση με το αρχαίο ελληνικό δράμα, η ελληνική σκηνογραφία αναπτύχθηκε μέσα από τη συνομιλία με το αστικό δράμα και τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες. Δημιουργοί όπως ο Γιάννης Τσαρούχης [Yannis Tsarouchis] και ο Νίκος Εγγονόπουλος [Nikos Engonopoulos] επαναπροσδιόρισαν το σκηνικό περιβάλλον, εντάσσοντας στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, του νεοκλασσικισμού και του σουρεαλισμού. Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική για την εγκατάλειψη της απλής εικονογράφησης και τη στροφή προς μια σκηνογραφία που λειτουργεί ως αυτόνομη εικαστική κατάθεση. Παράλληλα, ο Σπύρος Βασιλείου [Spyros Vassiliou] και ο Γιώργος Βακαλό [Giorgos Vakalo] εισήγαγαν νέες αντιλήψεις για τη χρήση του χρώματος και της αφαίρεσης, υπηρετώντας τόσο τις κρατικές σκηνές όσο και το ελεύθερο θέατρο. Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης από τον Κάρολο Κουν προσέφερε ένα εργαστήριο πειραματισμού όπου η σκηνογραφία συνδέθηκε οργανικά με τη σκηνοθετική μέθοδο. Ο Διονύσης Φωτόπουλος [Dionysis Fotopoulos] αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία της μεταπολεμικής περιόδου, εισάγοντας τη χρήση ακατέργαστων υλικών, υφών και τρισδιάστατων όγκων που κατέλυσαν τη ζωγραφική παράδοση του σκηνικού βάθους. Η προσέγγισή του έδωσε έμφαση στη σωματικότητα και στην υλική υπόσταση της σκηνής, επηρεάζοντας καθοριστικά τη φυσιογνωμία των παραστάσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σημαντικό έργο παρουσίασαν επίσης ο Γιώργος Πάτσας [Giorgos Patsas] και ο Δαμιανός Ζαρίφης [Damianos Zarifis], οι οποίοι προώθησαν μια πιο αρχιτεκτονική και λειτουργική αντίληψη του χώρου, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της σύγχρονης δραματουργίας.
Στη σύγχρονη εποχή, η ελληνική σκηνογραφία εναρμονίζεται με τις διεθνείς τάσεις της επιτελεστικής στροφής και της διευρυμένης σκηνογραφίας. Η εστίαση μετατοπίζεται από το στατικό σκηνικό στη δημιουργία δυναμικών περιβαλλόντων όπου το φως, ο ήχος και η κίνηση συνδιαμορφώνουν την εμπειρία. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou] αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθεσης, καθώς στο έργο του ο σκηνικός χώρος μετατρέπεται σε ζωντανό εικαστικό συμβάν που εξελίσσεται μαζί με την κίνηση των επιτελεστών. Νεότεροι δημιουργοί εξερευνούν τη χρήση ψηφιακών μέσων και τις νέες χωρικές δυνατότητες που αυτά προσφέρουν, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική σκηνογραφία παραμένει ένα πεδίο διαρκούς καλλιτεχνικής έρευνας που υπερβαίνει τα όρια της παράδοσης.